Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Ιστορία Ιουλίου


Θερινή  καταιγίδα

Μετά από είκοσι τέσσερεις ώρες αποπνικτικής καλοκαιρινής ζέστης και απόλυτης άπνοιας, ένα απαλό και ντροπαλό βοριαδάκι άρχισε να ξεπροβάλλει από την κρυψώνα του και δειλά-δειλά να θωπεύει την «αναμμένη» γη.

Σαν τον εραστή που νοιώθει πως η αγαπημένη του δεν αντέχει άλλο την προσμονή και αναθαρρεύοντας  προχωρεί σε πιο τολμηρές κινήσεις. Ο απόηχος των ανήθικων προτάσεων που της σιγοψιθυρίζει  στο αυτί γεμίζει τον αγέρα, σαν τον σαγηνευτικό ήχο που βγάζει η βασιλική κόμπρα μπρος στο υπνωτισμένο θύμα της.

Η ώρα του αθώου φλερταρίσματος έχει πια περάσει. Λεπτό με το λεπτό το ερωτικό χάδι γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Μπερδεύεται στις πράσινες μπούκλες των δένδρων και τις τραβάει με νόημα, όπως τα δάχτυλα του άνδρα γραπώνουν και τραβούν τα μαλλιά της ερρωμένης του για να εκφράσουν τον πόθο του για ένωση.

Προτού περάσει λίγη ώρα κάθε αίσθηση μέτρου και συστολής  έχει χαθεί. Το απλό τράβηγμα έχει γίνει βίαιο και ανεξέλεγκτο, φανερώνοντας άσβεστα αρχέγονα ένστικτα, πλησιάζοντας τώρα τα όρια του πόνου. Ενός πόνου γλυκού καθώς τα δάχτυλα του ανέμου κινούνται με ορμή πάνω στο ποθητό σώμα. Αφήνουν τα σημάδια τους πάνω στο ξαναμμένο δέρμα.
Τραβούν και τραντάζουν τα τεχνητά στολίδια που το κοσμούν πασχίζοντας να σκίσουν  τα τσιμεντένια ρούχα που το καλύπτουν, σε μια προσπάθεια να λατρέψουν το ολόγυμνο κορμί της.
Γρατζουνούν και ματώνουν με μανία το σκουρόχρωμο κορμί της συντρόφου, που το δέχεται αδιαμαρτύρητα , παραδομένη στην ερωτική ηδονή. Αύριο όταν αυτή ξυπνήσει και κοιταχτεί στον χρυσό καθρέπτη του ηλίου, θα δει το κορμί της γεμάτο σημάδια και μώλωπες. Θα είναι εκεί, σιωπηλές αποδείξεις, της ξέφρενης νύχτας που πέρασε…


Οι πρώτες αστραπές αρχίζουν να φωτίζουν τον σκοτεινό ορίζοντα, φανερώνοντας σε όλους τον διακαή κρυφό πόθο του Ουρανού να σμίξει με την ερρωμένη που τον προσμένει σ’ αυτήν την άκρη του γαλαξία. Την Γη.
Τα ερωτικά βογκητά του Iερού Zευγαριού ολοένα και δυναμώνουν. Έχουν γίνει τώρα άναρθρες βροντές. Γεμίζουν τον χώρο δίχως ίχνος ντροπής για όλους εμάς, που χωμένοι στα πανωφόρια της προσωπικότητας , παρακολουθούμε άλλοι με δέος και άλλοι με τρόμο τις καθαρά προσωπικές στιγμές τους…

Γιατί άλλωστε ;

Αυτοί με το δέος στα μάτια και αγάπη στην ψυχή δεν έχουν τίποτα να κρύψουν και τίποτα απ’ όπου να κρυφτούν. Μόνο να μοιραστούν αυτές τις μοναδικές στιγμές αμόλυντης ένωσης, που είναι σπάνιες στον κόσμο που ζούμε.

Όσο για αυτούς με τον τρόμο στα μάτια και τον φόβο στην καρδιά, αυτοί δεν αντιλαμβάνονται καν το ερωτικό σφιχταγκάλιασμα που εξελίσσεται μπροστά στα σφραγισμένα ορθάνοιχτα μάτια τους. Που εξελίσσεται γύρω τους. Που εξελίσσεται μέσα τους…

Οι σπινθήρες της ένωσης ολοένα και πληθαίνουν. Θυμίζουν το ρεύμα που χτυπάει τα δάχτυλα των εραστών που βγάζουν βιαστικά και ανυπόμονα τα συνθετικά ρούχα τους.
Είναι η ένωση της αύρας των δυο ουράνιων εραστών που δεν μπορεί να προσμένει άλλο, έως ότου τα υλικά σώματα αγγίξουν το ένα το άλλο, και ανυπόμονη προτρέχει στις δικές της γέφυρες επικοινωνίας.

Και να ξάφνου, το αρσενικό της ένωσης δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. Αρχίζει να γεμίζει την γήινη μήτρα με το ουράνιο σπέρμα.
Και όπως αρμόζει στους μυθικούς ήρωες η εκσπερμάτωση του είναι πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά. Ο ουράνιος οργασμός συνεχίζει ακατάπαυτα για ώρες ολόκληρες, σαν αυτόν των μυημένων στις τεχνικές του ταντρικού έρωτα.

Η πλυμιρίδα των ερωτικών υγρών δεν προλαβαίνει να αποροφηθεί από το αιδοίο της γης. Ξεχύνεται ανεξέλεγκτη σαν τσουνάμι μουσκεύοντας το τριχωτό των δένδρων που το περιβάλλει. Παρασύρει στο διάβα της τις λάσπες και τις ανθρώπινες λέρες που είναι κολλημένες στο κορμί της.

Μια πανδαισία ερωτικών αρωμάτων γεμίζει τον αέρα, φανερώνοντας την γονιμοποίηση που συντελείται γύρω μας.

Η νεροποντή από το ουράνιο σπέρμα συνεχίζεται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση. Είναι το ουράνιο υγρό ελιξίριο που φέρει μέσα του την Θεία Συνειδητότητα. Ρέει απλόχερα για την αφύπνιση και εξύψωση της συνείδησης της γήινης ζωής.
Οι κραδασμοί που εμπεριέχονται σ’ αυτό κινούνται σε τόσο υψηλές συχνότητες, που βυθίζουν σε πένθος και καταστροφή όσους από εμάς δεν είναι έτοιμοι να τις αφομοιώσουν.
Σαν τα νεκρά κύτταρα που απομακρύνουμε κάνοντας peeling σώματος στο καθημερινό μας μπάνιο. Μονό έτσι θα μπορέσει το σώμα της μάνας γης να προχωρήσει φέροντας τα ζωντανά κύτταρα στο πεπρωμένο της εξέλιξης.

Και νάμαι, ο αθεόφοβος, καθισμένος κάτω από ένα μοναχικό δένδρο, μέσα στα μουσκεμένα ρούχα μου. Με αναμμένο το γήινο τσιγάρο στο στόμα , αγναντεύω την ερωτική συνεύρεση που συντελείται μπρος τα μάτια μου, σε μια προσπάθεια να απορροφήσω το ουράνιο ελιξίριο ως τα τρίσβαθα των κυττάρων μου.

Κάθομαι σαν ένας άθλιος και ποταπός ματάκιας που κατασκοπεύει τις ιδιαιτέρες στιγμές ενός παρανόμου ζευγαριού.

Αλλά γιατί θεέ μου δεν νιώθω ντροπή και τύψεις για την ταπεινή και ανήθικη αυτή μου πράξη ;
Ίσως γιατί ποτέ δεν μου άρεσε να ψωνίζω από τα ράφια με τα ρούχα της ανθρώπινης ηθικής. Πάντα εύρισκα τα νούμερα αυτών των φορεσιών πολύ μικρά για το μπόι της ψυχής μας.

Κάθομαι λοιπόν λουσμένος στα ερωτικά υγρά, αδιαφορώντας για τις προειδοποιήσεις της γήινης γενιάς μου, μην τυχόν κρυολογήσω η με χτυπήσει κανένας κεραυνός.

Έτσι και αλλιώς βρίσκω την τετράγωνη λογική, όπου είναι μαντρωμένη η ανθρώπινη γενιά μου, πολύ κρύα για την αχνιστή καρδιά που κρύβεται στα στήθη μου.

Και η αλήθεια είναι, πως μέσα μου προσεύχομαι σιωπηλά πότε Θε  ν’ρθει η στιγμή, όπου σαν ένας σύγχρονος Βούδας,  θερίσω έναν από τους κεραυνούς της Θειας Αφύπνισης που λικνίζονται στον ουρανό.
Προσεύχομαι αδιάκοπα. Προσεύχομαι στον ξύπνου και στον ύπνου μου. Προς-εύχομαι με την στάση μου στη ζωή, να με διαπεράσει ολόκληρο, τσουρουφλίζοντας και ξεχειλώνοντας τον γήινο κορσέ μου που με στενεύει αφάνταστα.

Μήπως μετά από αυτό αρχίσουμε να ψωνίζουμε και να φοράμε τα πανωφόρια με τα ουράνια μεγέθη στο διάβα μας πάνω στην γη.

Και όπως λένε οι επιστήμονες αυτού του κόσμου, αν κάποιος επιζήσει όταν τον χτυπήσει κεραυνός, τότε αυτό θα του ξανασυμβεί.

Επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά , μέχρι που τα ρούχα του να ντύσουν το σύμπαν ολάκερο…

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Στο καφενείο


κοιτώ γύρω μου και αντικρίζω
χαμένους πλανήτες
ετερόφωτα ουράνια σώματα
να πίνουν καφέ
να καπνίζουν τσιγάρα
περιμένοντας έναν Ηλιο

να τους φωτίσει
να τους βάλει σε τροχιά
γύρω από εΑυτόν
να δώσει νόημα και προορισμό
στην ατέρμονα και τυχαία
περιπλάνηση τους στο σύμπαν

και Αυτοί κάθονται
μεταμφιεσμένοι σε θαμώνες
όμως αλλοίμονο
λίγοι τους διακρίνουν
ανάμεσα στα αστέρια
στ’ απόμερα τραπεζάκια

και αδιάκοπα προσπαθεί
ο Θείος με τον ασημένιο δίσκο
να τους προσ-φτάσει Όλους
αλλά εμείς από συνήθεια
όλο και στριμωχνόμαστε
για νά βρουμε εδώ μια θέση

συχνά και μόνο αφού «πληρώσει»
ένας Ηλιος του καφενείου αποχωρεί
αφήνοντας μια φλεγόμενη ουρά
από την κάφτρα του τσιγάρου
καθώς χάνεται με βήμα ταχύ
μες την αυγουστιάτικη νύχτα

Αυτόν δεν θα τον ξαναδείς εδώ
για να τον βρεις
Θεέ να ψάξεις
στο καφενείο του παράλληλου δρόμου
όπου σερβίρονται  μόνον Ηλιοι
σε χρυσά σκεύη